Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ

Ευέλικτη.
Χωρούσε αγόγγυστα σε μια παρένθεση.
Με κάθε φεγγαρόφωτο την μεταμόρφωνε σε πρόταση,
αντικείμενο και υποκείμενο εύκολα παίζοντας εναλλάξ.
Όσο για ρήματα, αμέτρητος σαρκαστικός κατάλογος.
Θαυμάζει, εμπιστεύεται, χαιδεύει, παθιάζεται,
ζηλεύει, θυμώνει, αγαπάει, κοροιδεύει, φοβάται....
Πριν φανεί το πρώτο φως της έβαζε με βιάση άνω τελεία.
Εκείνη ριγώντας, κουκουλωνόταν σαν παλτό ξανά τις δυο μικρές καμπύλες.
Κάποτε τους πήραν είδηση ανελέητα τα κόμματα,
δεχότανε πυρά ορυμαγδόν και από τις παύλες.
Μερόνυχτα αμύνονταν μόνο μ΄αποσιωπητικά.
Στο τέλος την παρέδωσε δεμένη με αγκύλες.
Ήταν πανσέληνος που έβαλε ολόμαυρη τελεία.
Μονάχα δύο δάκρυα, ολόιδια εισαγωγικά, κυλήσανε απ’ τα υγρά της μάτια.
Τα κράτησε κι αυτά για αναμνηστικό που στρίμωξε,
σε κάποια μύχια σκέψη που ντύθηκε επίσημα επίλογος.
« Να ξέρεις σ’ονειρεύτηκα στην αγκαλιά μου ολόγυμνη, χωρίς ερωτηματικά,
ολόκληρη έμοιαζες η βασική πάραγραφος σ’ ένα κυρίως θέμα!».

Δεν υπάρχουν σχόλια: