Τετάρτη 16 Αυγούστου 2006

ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους
Της γης οι πόροι ανοίγουνε σιγά σιγά
Και πλάι απ’ το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο.
Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ’ αυτιά του
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα
Σταλμένο απ’ τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:

Ώ σώμα του καλοκαιριού, γυμνό, καμένο
Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
Aχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!

Έρχονται σιγανές βροχές, ραγδαία χαλάζια
Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά
Που μελανιάζει στα βαθιά μ’ αγριεμένα κύματα
Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών
Όμως και πίσω απ’ όλα αυτά χαμογελάς ανέγνοια
Και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου
Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος
Όπως μες στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός

Τρίτη 8 Αυγούστου 2006

Το ... άλλο τζιτζίκι

Στον γνωστό μας μύθο, το μυρμήγκι είναι πρότυπο εργατικότητας, το τζιτζίκι παράδειγμα οκνηρίας. Αξίζει να δούμε πόσο λάθος σκέφτεται το μυρμήγκι του μύθου. Όχι τόσο με το να δουλεύει και να συσσωρεύει, αλλά κυρίως με το να πιστεύει (πολύ άδικα) πως το τραγούδι του συγγενή πάνω στο κλαδί είναι κάτι το άχρηστο.
Μόνον άχρηστο δεν είναι αφού εμπνέει ποιητές, τόσο πολύ διψασμένους για ευτυχία ώστε να ξεδιοψάνε ακόμη και με το σαλιο τους. Και τόσο προσεχτικούς με την ευτυχία ώστε να φοβούνται, μήπως θίξουν κάποιο πουλί ή εντομάκι. Ενώ κάνουν στο τσιγάρο τους, πριν το ανάψουν, μια τρύπα με μια καρφίτσα για να είναι πιο ελαφρύ.
Δεν παράγει τίποτα το τζιτζίκι, αλλά εμείς δημιουργούμε κάτι θαυμάσιο μέσα από τη μουσική του. Το ίδιο και ο ευκάλυπτος με τη μυρωδιά του. Το ίδιο και η φωνή αυτών που αγαπάμε και που μέσα τους κάθεται ο άγγελος οκλαδόν, φορώντας έναν χρυσό σκούφο από "χμμ" και "ίσως" και "θα δούμε"...