Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

"Η αγάπη μου για τα τζιτζίκια"

(Μέρος Γ΄)

      Το αγαπάω το τζιτζίκι ακόμη περισσότερο, τώρα πια, επειδή ο χάρτης του καλοκαιριού έχει αρχίσει να γίνεται σκοτεινός και δύσβατος, κι αυτό το πλάσμα τον φωτίζει με μια φλόγα μυστικής αντίστασης κατά της αισχρής και απάνθρωπης βιασύνης που υποτίθεται ότι πρέπει να μας συνοδεύει σαν κάτι ιδανικό. Στην αισώπεια διάστασή του, είναι το σύμβολο της ανέμελης ευτυχίας, αυτής της ήσυχης αγάπης για το Είναι, σε αντιδιαστολή προς το άγχος του Γίγνεσθαι, η οποία χαρακτηρίζει την Ανατολή. Τρομερή κοινοτοπία, το τζιτζίκι δεν δίνει τίποτα για εκμετάλλευση, κι έτσι τραβάει επάνω του τη μνησίκακη περιφρόνηση του νεόπλουτου κατεστημένου. Παραμένοντας το έμβλημα του παρόντος, η ενσάρκωση της αθρόας τωρινής στιγμής, δηλαδή αυτού που μας άρπαξαν, ενοχλεί την αυταρέσκεια των αρπακτικών - κι εμείς, με συγχωρείτε για τη έκφραση, τους έχουμε γραμμένους εκεί που ξέρουν.
     Να κι ο Ανιέλι, ο έξυπνος Ιταλός κροίσος που δωροδόκησε κάτι παιδάκια του χωριού, στους Παξούς, το 1977, για να μαζέψουν όλα τα τζιτζίκια γύρω απ' τη μεγαλοπρεπή του έπαυλη, επειδή ο θόρυβος λέει ενοχλούσε τους υψηλούς προσκεκλημένους που το πέρασαν για ροχαλητό του Θεού. Εκεί, στη Λάκκα, ακόμη το θυμούνται. Λέω έξυπνος διότι δεν τους έδωσε τη δουλειά κατ' αποκοπήν, αλλά υποσχέθηκε μία δραχμή για κάθε έντομο, γεγονός που ενθάρρυνε την κινητικότητα ώσπου τα παιδιά γέμισαν πέντ' έξι τεράστιες σακούλες με τζιτζίκια και του τα πήγαν. Οι υπηρέτες τα πέταξαν στα σκουπίδια. Θυμίζω το όνομα: Τζίτζικας ο πληβείος.
      «Σακούλες», «σκουπίδια», «Ανιέλι», υποχρεώνομαι να μεταχειριστώ κακόηχες λέξεις σήμερα, αλλά δεν γινόταν αλλιώς· η περίφραση έχει τα όριά της.

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

"Η αγάπη μου για τα τζιτζίκια"

(Μέρος Β΄)

Η ετυμηγορία κυμαίνεται ανάλογα με τον άνθρωπο και υπάρχουν επαμφοτερίζουσες καταστάσεις, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τα παιδιά που η ψυχή τους βασανίζεται από την κυκλοθυμική δικαιοδοσία του ηθικού νόμου. Αν και τα λάτρευα τα τζιτζίκια, αφού ήταν σύμβολο καλοκαιριού, δηλαδή ελευθερίας, τα βασάνιζα κι εγώ, μαζί με τους άλλους της παρέας, όχι βέβαια με σαδισμό, απλώς τα πιάναμε απαλά στη χούφτα, σκαρφαλώνοντας στα δέντρα και επιχειρώντας έναν αιφνιδιασμό από τα μετόπισθεν του κάθε ανύποπτου βάρδου, στη δε συνέχεια τα μετρούσαμε σαν σε διαγωνισμό, ή απειλούσαμε τα κορίτσια ότι θα τα ρίχναμε στα μαλλιά τους. Εκείνες στρίγκλιζαν υστερικά κι εμείς επαληθεύαμε έτσι τον βαθμό πίεσης του ελατηρίου πάνω στο οποίο η διαφορά των φύλων θα οικοδομούσε μια μέρα την ετοιμόρροπη ιδέα του γάμου, λες και το ουρλιαχτό ξεπηδούσε από το σημείο G.

Μετά αφήναμε τα υπέροχα ζωντανά λάφυρα να πετάξουν επιστρέφοντας στα δέντρα τους, όπως κάνουν οι Αμερικάνοι με τις πέστροφες. Μόνον που αυτοί το κάνουν από σεβασμό στον κανόνα της πολιτικής ορθότητας, ενώ εμείς θέλαμε μάλλον να δούμε το χέρι μας να σηκώνεται στον αέρα σαν το STOP ενός μεθυσμένου τροχονόμου, το οποίο μετατρέπεται σε αγέρωχο χαιρετισμό προς τον παραβάτη.

Είναι μια αλήθεια που την ξέρουν όλες οι μανάδες, ότι προκειμένου να κοιμηθεί ο άνθρωπος πρέπει κάποιος να ξαγρυπνάει για χάρη του, τέτοια ήταν ανέκαθεν η λειτουργία όλων των νανουρισμάτων. Το τζιτζίκι είν' αυτό που ξαγρυπνάει ώστε να κοιμάται, τα μεσημέρια του καλοκαιριού, αυτός που ονειρεύεται τη μάνα του τη φύση. Τώρα πια, μαζί με τη συνήθεια της σιέστας, για την οποία ο μεσογειακός άνθρωπος, χτυπημένος από την παράνοια του μοντέρνου μεγαλείου, έχει αρχίσει να ντρέπεται, εξαφανίζεται και το είδος Cicada plebeja, Τέττιξ ο πληβείος. Στο σπίτι μου, γύρω απ' το οποίο στέκονται αμήχανα ένα σωρό δέντρα, το πρώτο τζιτζίκι αντήχησε στις 13 Ιουλίου. Μέχρι τότε κοιμόμουν λυπημένος, μ' άλλα λόγια η λύπη ξαγρυπνούσε ώστε να μπορέσω να παραδοθώ στον ύπνο. Εξ ου και αυτού του είδους η λύπη, με την οποία σας ταλαιπωρώ σήμερα, είναι κουρασμένη αλλά και τρυφερή, όπως μια μάνα που θηλάζει.

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

"Η αγάπη μου για τα τζιτζίκια" (του Ευγένιου Αρανίτση)

 (Μέρος Α΄)

     Το παρελθόν είναι για μένα δύο χάρτες, ο ένας πάνω στον άλλο. Στον έναν καταγράφονται όλοι οι χειμώνες από την ημέρα που γεννήθηκα μέχρι σήμερα και στον άλλο, ανάποδα, όλα τα καλοκαίρια από το φετινό μέχρι εκείνο του έτους ένα της ζωής μου. Οι χάρτες αυτοί δεν είναι επιτελικοί, δεν έχουν κέντρο· ορίζονται από μια αφηρημένη κυκλοφορία καταστάσεων που πηγάζουν από την ίδια τους την εμπειρική επιμονή να επανέρχονται ζητώντας λησμονιά και νοσταλγία αντίστοιχα. Ο πρώτος χάρτης είναι γκρίζος και δυσανάγνωστος· ο δεύτερος λάμπει μ' ένα οξύ γαλάζιο φως, τόσο σκληρό ώστε οι ενδείξεις και τα ονόματα, οι δρόμοι και τα υψόμετρα, εξαφανίζονται. Το φως λοιπόν είναι Πραγματικό, πέρα από κάθε γλωσσική σημασία: το φως, κατά κάποιον τρόπο, είναι αυτό που πρέπει να λείπει ώστε να έχει ο χάρτης νόημα.

    Το φως διαθέτει δική του γεύση, που θα μπορούσαμε να την συγκρίνουμε μ' εκείνη του αλατιού στην αλισάχνη των βράχων, και όσο για το απιτικό του ισοδύναμο, ας πούμε ότι συγγενεύει με την αίσθηση του καραβόπανου όταν το αγγίζουν οι ρώγες των δαχτύλων. Ισως αυτή η κάπως απόκρυφη αναλογία να ποικίλει από άνθρωπο σε άνθρωπο, όμως κανείς δεν θα αμφέβαλλε ότι τουλάχιστον ο ήχος του, ο ήχος αυτού του καλοκαιρινού φωτός για το οποίο μιλάω, είναι το τερέτισμα του τζίτζικα, το ίδιο μ' εκείνο που αντηχεί στο όνομά του. Ηχος ενός παράδοξου και περίπλοκου μουσικού οργάνου στη βάση της κοιλιάς, με την ίδια την κοιλιά σε θέση ηχείου. Ποιητική αδεία, το χαρακτηρίζουν σαν τραγούδι, επειδή το τζιτζίκι είναι το αγαπημένο σύμβολο των ποιητών της Μεσογείου, όμως θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί μοιρολόι, ομηρική εξιστόρηση, απλό βόμβο, ή και ρύπανση της μεσημεριανής ησυχίας. Κοιμάσαι; Ξύπνα και ξανακοιμήσου.