Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

Οι Άνθρωποι



Σας αντάμωσα στην αρχή της πορείας μου
τότε που με μόνη αποσκευή τα όνειρά μου
είχα κινήσει για το μεγάλο ταξίδι.
Τότε... λίγο πριν αποφασίσω για της ζωής μου το δρόμο
σας συνάντησα...
Κι ήσασταν αλήθεια πολλοί... Άνθρωποι... άνθρωποι...
Και προχωρούσατε...
και πηγαίνατε χωρίς πουθενά να σκοντάφτετε,
γιατ' ήταν κατηφόρα ο δρόμος σας.
Και κατεβαίνατε... και κατεβαίνατε...
με το ίδιο πάντα αργό βήμα,
λες και φοβόσασταν μη φτάσετε κάποτε στο τέρμα.
Κι ήταν κλειστές οι εκκλησίες σας
και σβησμένες οι λαμπάδες σας.
Κι ήταν δίχως σημαίες τα κάστρα σας
κι αραχνιασμένα τα καμπαναριά σας.
Μόνο βιολιά αντηχούσαν στον δρόμο σας
τα βιολιά... κι οι φωνές σας.
Ναι!... ήσασταν στ' αλήθεια πολλοί.
Άνθρωποι... άνθρωποι...
που τριβόσασταν αγκώνα μ' αγκώνα,
μα τα χέρια σας ήταν άδεια.
Άνθρωποι πολλοί
που όμως ήσασταν ξένοι κι έρημοι
μες στην πληθώρα των ανθρώπων.
Τότε...
Ζήτησα να δω τα μάτια σας
και δεν βρήκα παρά μαύρους κύκλους γύρω απ' αυτά.
Ζήτησα ν' ακούσω το τραγούδι σας
και σας άκουσα μονότονα να επαναλαμβάνετε
"όλα πάνε καλά".
Έψαξα να βρω τις καρδιές σας
και μού’πατε πως τις είχατε από χρόνια αμπαρωμένες
κι ίσως... να μη ζούσανε πια.
Ρώτησα για τα όνειρά σας
και μ' απαντήσατε πως είχαν πεθάνει, πριν γεννηθούν.
Έψαξα για χαμόγελα
και δεν βρήκα παρά συμμετρικές κινήσεις
που αγγίζανε μόνο τα χείλη σας.
Τότε... ρώτησα…
πού βγάζει ο δρόμος σας
και μου δείξατε ένα μνήμα...
"για κει τραβάμε όλοι" μού’πατε με μια φωνή
και βιαστήκατε ν' αλλάξουμε συζήτηση.
Κι ωστόσο...
Λέγατε πως ήσασταν ευτυχισμένοι.
Κι ήτανε αναμμένα τα πλούσια φώτα σας
κι είχατε λουλούδια στους δρόμους.
Κι ήταν γεμάτες οι βιτρίνες σας
από φτηνές πραγμάτειες
και ντυμένα τα λόγια σας με χαρτιά πολυτελείας.
Όλα φάνταζαν στον δρόμο σας
κι όλα μοιάζαν με χρυσάφι.
Κι έπαιζαν σειρηνικά τα βιολιά σας
και ηχούσαν τα βιολιά σας.
Κι αντηχούσαν σαν κλάμα και... σαν κλάμα.
Και φωνάζατε σείς..
Και γελούσατε...
Και γλεντούσατε...
Και γλεντούσατε... δίχως μάτια και δίχως καρδιά
δίχως χαμόγελα και δίχως τραγούδια...
δίχως όνειρα και δίχως τέρμα…
κι ωστόσο λέγατε πως ήσασταν ευτυχισμένοι.
Όμως...
Τί κι αν είστε οι πολλοί στην πορεία σας;
Τί κι αν στιγμή δε νυστάζουν τα δικά σας βιολιά;
Τί με νοιάζει εμένα;
Προτιμώ τον ανήφορο.
Τους γενναίους της γης που ολοένα προχωρούν
από κορφή σ' άλλη κορφή να πάνε.
Προτιμώ τα μάτια μου.
Προτιμώ του ήλιου το φως.
Προτιμώ τις καμπάνες.
Προτιμώ τις σημαίες.
Προτιμώ το Τέρμα... εκείνο το Τέρμα
που βγάζει απ' τα νέφη κι απ' τον ήλιο πιο πάνω.
Προτιμώ τον ανήφορο!...
Να πεθάνω εγώ
δεν μπορώ να πεθάνω!... 
(Άγνωστου χρήστη του διαδικτύου)

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

"Η αγάπη μου για τα τζιτζίκια"

(Μέρος Γ΄)

      Το αγαπάω το τζιτζίκι ακόμη περισσότερο, τώρα πια, επειδή ο χάρτης του καλοκαιριού έχει αρχίσει να γίνεται σκοτεινός και δύσβατος, κι αυτό το πλάσμα τον φωτίζει με μια φλόγα μυστικής αντίστασης κατά της αισχρής και απάνθρωπης βιασύνης που υποτίθεται ότι πρέπει να μας συνοδεύει σαν κάτι ιδανικό. Στην αισώπεια διάστασή του, είναι το σύμβολο της ανέμελης ευτυχίας, αυτής της ήσυχης αγάπης για το Είναι, σε αντιδιαστολή προς το άγχος του Γίγνεσθαι, η οποία χαρακτηρίζει την Ανατολή. Τρομερή κοινοτοπία, το τζιτζίκι δεν δίνει τίποτα για εκμετάλλευση, κι έτσι τραβάει επάνω του τη μνησίκακη περιφρόνηση του νεόπλουτου κατεστημένου. Παραμένοντας το έμβλημα του παρόντος, η ενσάρκωση της αθρόας τωρινής στιγμής, δηλαδή αυτού που μας άρπαξαν, ενοχλεί την αυταρέσκεια των αρπακτικών - κι εμείς, με συγχωρείτε για τη έκφραση, τους έχουμε γραμμένους εκεί που ξέρουν.
     Να κι ο Ανιέλι, ο έξυπνος Ιταλός κροίσος που δωροδόκησε κάτι παιδάκια του χωριού, στους Παξούς, το 1977, για να μαζέψουν όλα τα τζιτζίκια γύρω απ' τη μεγαλοπρεπή του έπαυλη, επειδή ο θόρυβος λέει ενοχλούσε τους υψηλούς προσκεκλημένους που το πέρασαν για ροχαλητό του Θεού. Εκεί, στη Λάκκα, ακόμη το θυμούνται. Λέω έξυπνος διότι δεν τους έδωσε τη δουλειά κατ' αποκοπήν, αλλά υποσχέθηκε μία δραχμή για κάθε έντομο, γεγονός που ενθάρρυνε την κινητικότητα ώσπου τα παιδιά γέμισαν πέντ' έξι τεράστιες σακούλες με τζιτζίκια και του τα πήγαν. Οι υπηρέτες τα πέταξαν στα σκουπίδια. Θυμίζω το όνομα: Τζίτζικας ο πληβείος.
      «Σακούλες», «σκουπίδια», «Ανιέλι», υποχρεώνομαι να μεταχειριστώ κακόηχες λέξεις σήμερα, αλλά δεν γινόταν αλλιώς· η περίφραση έχει τα όριά της.

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

"Η αγάπη μου για τα τζιτζίκια"

(Μέρος Β΄)

Η ετυμηγορία κυμαίνεται ανάλογα με τον άνθρωπο και υπάρχουν επαμφοτερίζουσες καταστάσεις, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τα παιδιά που η ψυχή τους βασανίζεται από την κυκλοθυμική δικαιοδοσία του ηθικού νόμου. Αν και τα λάτρευα τα τζιτζίκια, αφού ήταν σύμβολο καλοκαιριού, δηλαδή ελευθερίας, τα βασάνιζα κι εγώ, μαζί με τους άλλους της παρέας, όχι βέβαια με σαδισμό, απλώς τα πιάναμε απαλά στη χούφτα, σκαρφαλώνοντας στα δέντρα και επιχειρώντας έναν αιφνιδιασμό από τα μετόπισθεν του κάθε ανύποπτου βάρδου, στη δε συνέχεια τα μετρούσαμε σαν σε διαγωνισμό, ή απειλούσαμε τα κορίτσια ότι θα τα ρίχναμε στα μαλλιά τους. Εκείνες στρίγκλιζαν υστερικά κι εμείς επαληθεύαμε έτσι τον βαθμό πίεσης του ελατηρίου πάνω στο οποίο η διαφορά των φύλων θα οικοδομούσε μια μέρα την ετοιμόρροπη ιδέα του γάμου, λες και το ουρλιαχτό ξεπηδούσε από το σημείο G.

Μετά αφήναμε τα υπέροχα ζωντανά λάφυρα να πετάξουν επιστρέφοντας στα δέντρα τους, όπως κάνουν οι Αμερικάνοι με τις πέστροφες. Μόνον που αυτοί το κάνουν από σεβασμό στον κανόνα της πολιτικής ορθότητας, ενώ εμείς θέλαμε μάλλον να δούμε το χέρι μας να σηκώνεται στον αέρα σαν το STOP ενός μεθυσμένου τροχονόμου, το οποίο μετατρέπεται σε αγέρωχο χαιρετισμό προς τον παραβάτη.

Είναι μια αλήθεια που την ξέρουν όλες οι μανάδες, ότι προκειμένου να κοιμηθεί ο άνθρωπος πρέπει κάποιος να ξαγρυπνάει για χάρη του, τέτοια ήταν ανέκαθεν η λειτουργία όλων των νανουρισμάτων. Το τζιτζίκι είν' αυτό που ξαγρυπνάει ώστε να κοιμάται, τα μεσημέρια του καλοκαιριού, αυτός που ονειρεύεται τη μάνα του τη φύση. Τώρα πια, μαζί με τη συνήθεια της σιέστας, για την οποία ο μεσογειακός άνθρωπος, χτυπημένος από την παράνοια του μοντέρνου μεγαλείου, έχει αρχίσει να ντρέπεται, εξαφανίζεται και το είδος Cicada plebeja, Τέττιξ ο πληβείος. Στο σπίτι μου, γύρω απ' το οποίο στέκονται αμήχανα ένα σωρό δέντρα, το πρώτο τζιτζίκι αντήχησε στις 13 Ιουλίου. Μέχρι τότε κοιμόμουν λυπημένος, μ' άλλα λόγια η λύπη ξαγρυπνούσε ώστε να μπορέσω να παραδοθώ στον ύπνο. Εξ ου και αυτού του είδους η λύπη, με την οποία σας ταλαιπωρώ σήμερα, είναι κουρασμένη αλλά και τρυφερή, όπως μια μάνα που θηλάζει.