Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010
Να 'σαι ελαφρύς και πρωτότυπος, με τη σκέψη σου σαν την τέταρτη απ' τις Χάριτες που δεν υπήρξε πριν γράψω αυτήν εδώ τη φράση.
Να 'σαι ελαφρύς όπως το μή μαργαριτάρι και το μη σίδερο.
Απ' όσα βιάζεται να καταπιεί το μάτι, να χωνεύεις μόνον το φως εκείνο που ξέρει να κλαίει αθόρυβα.
Ακούω αυτή τη σιγαλιά, κι ακούω το φύλλο που πεθαίνει, ακούω του εντόμου τη βοή. Κι ακόμα ακούω την άνοιξη βαθιά στη γης να υφαίνει ανθούς για τη ζωή...
Τι νόημα έχει να τρως ελάφι σκοτωμένο με τη χάση του φεγγαριού, ψημένο σε σχάρα από ξύλα ροδιάς, σβησμένο με κρασί από ιδρώτα, γαρνιρισμένο με δαμάσκηνα και αμύγδαλα που τα πότισε μια κι έξω η τύχη!!!
Νόημα έχει να σταθείς ανάμεσα στα πράγματα με το Αληθινό τους Όνομα, να γίνεις εκείνος που τα συνδέει με το ονειρικό του κύκλωμα, με την ψυχή του on line.
Να 'σαι ελαφρύς σαν το ποίημα όχι σαν το βιβλίο.
Πες στη φλόγα του κεριού:
- ΦΛΟΓΑ, σε ΣΒΗΝΩ... Θα βρω για παρέα ένα άλλο ΦΩΣ που το ΒΛΕΜΜΑ του θα ΞΕΡΕΙ θα ΞΕΡΕΙ να με ΒΛΕΠΕΙ.
Να 'σαι ελαφρύς όπως το μή μαργαριτάρι και το μη σίδερο.
Απ' όσα βιάζεται να καταπιεί το μάτι, να χωνεύεις μόνον το φως εκείνο που ξέρει να κλαίει αθόρυβα.
Ακούω αυτή τη σιγαλιά, κι ακούω το φύλλο που πεθαίνει, ακούω του εντόμου τη βοή. Κι ακόμα ακούω την άνοιξη βαθιά στη γης να υφαίνει ανθούς για τη ζωή...
Τι νόημα έχει να τρως ελάφι σκοτωμένο με τη χάση του φεγγαριού, ψημένο σε σχάρα από ξύλα ροδιάς, σβησμένο με κρασί από ιδρώτα, γαρνιρισμένο με δαμάσκηνα και αμύγδαλα που τα πότισε μια κι έξω η τύχη!!!
Νόημα έχει να σταθείς ανάμεσα στα πράγματα με το Αληθινό τους Όνομα, να γίνεις εκείνος που τα συνδέει με το ονειρικό του κύκλωμα, με την ψυχή του on line.
Να 'σαι ελαφρύς σαν το ποίημα όχι σαν το βιβλίο.
Πες στη φλόγα του κεριού:
- ΦΛΟΓΑ, σε ΣΒΗΝΩ... Θα βρω για παρέα ένα άλλο ΦΩΣ που το ΒΛΕΜΜΑ του θα ΞΕΡΕΙ θα ΞΕΡΕΙ να με ΒΛΕΠΕΙ.
Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2009
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ - Άφησα να μην ξέρω
Από τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Ούτε κι αυτά που ΄θέλαν να πεθάνουν
πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που 'χει δυο λογιών κρασάκι.
Το κράτησα ως τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ως τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.
Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Με το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Αίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.
Ούτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Κι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.
Από τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Αναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.
φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Ούτε κι αυτά που ΄θέλαν να πεθάνουν
πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που 'χει δυο λογιών κρασάκι.
Το κράτησα ως τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ως τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.
Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Με το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Αίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.
Ούτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Κι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.
Από τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Αναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)