Τρίτη 29 Μαρτίου 2011
"Δορκάδα τρέχει η αγάπη μου στα όρη των αρωμάτων"
Η νύχτα φώτιζε τη νύχτα. Δίχως άλλη πίκρα, δίχως άλλη σιωπή, παρά μόνο με των άστρων τη μαρμαρυγή.
Η ώρα - πρόκληση να μιλήσω για όσα χαράζουν την ψυχή και ψάχνω τη γλώσσα που τους πρέπει. Όχι για τον άνεμο - πόθο που κόβει την ανάσα με την έντασή του, τον Έρωτα, το "γλυκύπικρον αμάχανον όρπετον"*. Ούτε για την ηδονική περιπλάνηση στο ξυπνημενο σώμα που κάνει τους πόρους του ν' ανθίζουν. Ούτε, ακόμα, για το βαθύ αναστεναγμό που σβήνει λυγμώδης.
Μιλώ για κείνη τη μεταστοιχείωση του πάθους σε τρυφερότητα, το φύσημα δροσιάς που πνέει για να γαληνέψει τη φουρτούνα, καθώς οι κάθιδρες παλάμες αλλάζουν το σφίξιμο σε χάδι. Χείλη στα χείλη ακινητούν σαν δίδυμοι δρομείς που έφτασαν στο τέλος και αναγνωρίζονται και ανταλλάσσουν τη στοργή τους, αφού ξόδεψαν και ξοδεύτηκαν στο δρόμο μοιράζοντας στα δύο το όνειρο και την πραγματικότητα.
Μιλώ για την αγάπη...
* Σαπφώ "γλυκύπικρο ακαταμάχητο σαν ερπετό"
Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011
"Η αδυναμία του δυνατού"
Στο άδειο της νύχτας αναμετρώ, του ασημάδευτου καιρού το άδειο. Το φεγγάρι, πληγή κόκκινη, ανεπούλωτη. Τα ποιήματα, "βάρος περιττό", καμιάν ανάσταση δεν τρικυμίζουν.
Απ' το πηγάδι της ψυχής, πουλιά αλαφιασμένα, φτερουγίζουν οι απορίες: Γιατί είμαι δυνατή; Γιατί παίρνω στους λυγισμένους ώμους μου τις ώρες τις βαρύθυμες των άλλων; Γιατί σε ατραπούς που φιδοσέρνονται μες στην ομίχλη της ανάγκης, ανοίγω πάντα δρόμο με της θέλησης τα σιδερένια δάχτυλα;
Δάκρυα που δεν κύλησαν από τους ηρωισμούς της κάθε μέρας κι άφησαν την απόγνωση βαθιά πτυχή στα χείλη.
Η αδυναμία του δυνατού, τόσο αδιανόητη για όλους, που να μη μπορεί πουθενά να καταχωρήσει ορατή την ανημπόρια του, αλλά να φυλακίζει πίσω από τη στίλβη της αποφασιστικότητας, ένα πυκνό νεφέλωμα φόβων και αναστολών.
Η αδυναμία του δυνατού, τόσο οδυνηρή, όσο πιο ανάγλυφη έρπει στο πρόσωπο η παγωνιά της αξιοπρέπειας και το "όχι" της δικής του ανάσας, κραυγή αιχμάλωτη, να ξεψυχά στά άδυτα.
Η αδυναμία του δυνατού σταθερά αθέατη, όταν σπεύδει όλα να τα χρεωθεί με το νοήμον της σιωπής σφραγίζοντας τα χείλη, ενώ μέσα του λιγοστεύει η απαντοχή, ακρωτηριάζεται η προσδοκία κι ο χρόνος σπάει ορμητικά στο πρόσωπό του.
Μέσα στων περιστάσεων τη βουβή υπακοή, η αδυναμία του δυνατού, ιδιωτική οδός, απόμερη και άπορη, με τα εύσημα του άτεγκτου χρέους ρυμοτομημένη, να δείχνει στο μαύρο της διάψευσης, όχι τι είναι ζωή, αλλά τι δεν είναι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)